Διαμεσολάβηση

H Διαμεσολάβηση (Mediation) σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις


1. Η ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗ (MEDIATION) ΩΣ ΕΠΙΛΟΓΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΛΥΣΗ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Η διαμεσολάβηση είναι ένας εναλλακτικός - σε σχέση με την δικαστική διαδικασία - τρόπος επίλυσης διαφορών.

Πέραν του μεγάλου πλεονεκτήματός της ότι είναι κατά πολύ ταχύτερη από την δικαστική διαδικασία, το σημαντικότερο - κατά την άποψή μας - χαρακτηριστικό της είναι ότι διεξάγεται - εάν ο διαμεσολαβητής επιτελέσει σωστά το έργο του - σε ήπιο κλίμα, που επιτρέπει ακόμη και να διατηρήσουν τα μέρη καλές σχέσεις μεταξύ τους στο μέλλον διότι, εάν επιλυθεί η διαφορά τους με την διαδικασία της διαμεσολάβησης, θα πρόκειται περί απόφασης των ιδίων των μερών και όχι ενός Δικαστηρίου, που τους την επιβάλλει.

Η διαμεσολάβηση είναι λοιπόν, προτιμητέα, όχι μόνο διότι είναι ταχύτερη και λιγότερο δαπανηρή από την δικαστική ή την διαιτητική διαδικασία, αλλά, κυρίως, διότι επιτρέπει να διαφυλαχθούν - έστω και ενδεχομένως ή έστω και εν μέρει μόνο - οι ανθρώπινες σχέσεις, πράγμα εξαιρετικά δύσκολο σε περίπτωση δικαστικής διαμάχης, λόγω της τεταμένης ατμόσφαιρας που επικρατεί κατά κανόνα σε μια δίκη.

Η διαμεσολάβηση ως θεσμός θεσπίστηκε με την Ευρωπαϊκή Οδηγία 2008/52 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, σύμφωνα με την οποία τα Κράτη Μέλη όφειλαν να εισάγουν, στο εσωτερικό Δίκαιό τους το κάθε ένα, την διαμεσολάβηση σχετικά με αστικές και εμπορικές διασυνοριακές διαφορές, το αργότερο μέχρι τη 21η Μαΐου 2011.

Στην Ελλάδα, η διαμεσολάβηση εισήχθη στην εσωτερική μας νομοθεσία ως εναλλακτικός τρόπος επίλυσης αστικών και εμπορικών διασυνοριακών αλλά και ενδοσυνοριακών διαφορών με τον Ν. 3898/2010.

Διασυνοριακή διαφορά είναι εκείνη όπου ένα από τα μέρη τουλάχιστον κατοικεί μονίμως ή διαμένει συνήθως σε Κράτος-Μέλος διαφορετικό από εκείνο οποιουδήποτε άλλου μέρους εμπλεκόμενου στην διαφορά.

Σύμφωνα με τις τελευταίες ρυθμίσεις, ευρισκόμενες στα άρθρα 178 ως 206 του Ν. 4512/2018, θεσπίζεται η υποχρεωτική διαμεσολάβηση σε εμπορικές και αστικές υποθέσεις αλλά και σε υποθέσεις διασυνοριακών διαφορών. Σύμφωνα με το Υπουργείο Δικαιοσύνης, οι νέες διατάξεις έχουν ως στόχο αφενός την αποφόρτιση των δικαστηρίων και αφετέρου την εμπέδωση της δυνατότητας συνεννόησης μεταξύ των πολιτών που έχουν μία ιδιωτική διαφορά.

Ο στόχος αυτός επιδιώκεται με μια σειρά αναλυτικών διατάξεων όχι μόνο για τη σύμβαση, τη διαδικασία και τις έννομες συνέπειες της διαμεσολάβησης, αλλά και σχετικά με τη δημιουργία και τη λειτουργία της Κεντρικής Επιτροπής Διαμεσολάβησης, τα προσόντα και την αμοιβή των διαμεσολαβητών αλλά και για τη φύση και λειτουργία των φορέων κατάρτισής τους. Η σημαντικότερη διάταξη είναι αυτή του άρθρου 182, με βάση την οποία η διαμεσολάβηση καθίσταται υποχρεωτική σε μια σειρά ιδιωτικών διαφορών.

2. ΤΑ ΚΥΡΙΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ

α. Η διαμεσολάβηση είναι μια διαδικασία, στην οποία δυο ή περισσότερα μέρη, που έχουν μια αστική ή εμπορική διαφορά, προσφεύγουν οικειοθελώς είτε πριν αρχίσουν οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία, είτε αφού αρχίσει η δικαστική διαδικασία και μάλιστα σε οποιοδήποτε στάδιο και αν ευρίσκεται αυτή. Η σχετική συμφωνία των μερών πρέπει να είναι γραπτή.

Η προσφυγή στην διαμεσολάβηση είναι υποχρεωτική στις ακόλουθες περιπτώσεις : (i) όταν διαταχθεί η διαμεσολάβηση από Δικαστήριο Κράτους Μέλους και (ii) όταν υφίσταται υποχρέωση διαμεσολάβησης δυνάμει του εθνικού μας Δικαίου (άρθρο 182 παρ. 1 του Ν. 4512/2018). Η πρώτη περίπτωση αφορά διασυνοριακές διαφορές, ενώ η δεύτερη ενδοσυνοριακές.

Πέραν των ανωτέρω, το Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου είναι εκκρεμής μια αστική ή εμπορική υπόθεση, μπορεί να καλεί τα μέρη να προσφύγουν στην διαμεσολάβηση για να επιλύσουν την διαφορά τους εφόσον, λαμβάνοντας υπ'όψη όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, θεωρήσει ότι υπάρχει έδαφος για εξωδικαστική επίλυση της διαφοράς. Τα μέρη δεν είναι υποχρεωμένα να συμφωνήσουν με την υπόδειξη αυτή του Δικαστηρίου και δεν προβλέπονται κυρώσεις για την μη συμμόρφωσή τους με αυτήν και τούτο για να μην αλλοιωθεί ο οικιοθελής χαρακτήρας της διαμεσολάβησης.

Δεν παύει, όμως, διάφορα Κράτη, όπου ο θεσμός της διαμεσολάβησης προϋπάρχει ήδη εδώ και πάρα πολλά έτη (από την δεκαετία του '70 στις Η.Π.Α. επί παραδείγματι), δηλαδή πολύ πριν από την θεσμοθέτησή του από τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να έχουν βρει τρόπους που κάνουν τους διαδίκους να εξετάζουν με σοβαρότητα και περίσκεψη - και όχι παρορμητικά - την υπόδειξη του Δικαστηρίου να προσφύγουν σε διαμεσολάβηση. Ένας τέτοιος έμμεσος τρόπος, ο οποίος εφαρμόζεται σχεδόν ως κανόνας στο Ηνωμένο Βασίλειο, είναι να υποχρεώνεται το διάδικο μέρος, που δεν συμφώνησε στην προσφυγή σε διαμεσολάβηση και τελικά έχασε την δίκη, να καταβάλει αυξημένη δικαστική δαπάνη.

Εάν τα μέρη συμφωνήσουν και ακολουθήσουν την υπόδειξη του Δικαστηρίου περί προσφυγής στην διαδικασία της διαμεσολάβησης, το Δικαστήριο αναβάλει υποχρεωτικά την συζήτηση της υπόθεσης σε δικάσιμο μετά από τρεις μήνες και όχι πέραν του εξαμήνου.

β. Η διαμεσολάβηση έχει απολύτως εμπιστευτικό χαρακτήρα και πρέπει να διεξάγεται κατά τρόπο που να μην παραβιάζει το απόρρητο αυτής, εκτός εάν τα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά.

Η έννοια της εμπιστευτικότητας είναι διττή:

i. αφενός μεν, όσα λαμβάνουν χώρα κατά την διάρκεια της διαδικασίας της διαμεσολάβησης δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ενώπιον του Δικαστηρίου, σε περίπτωση που η διαμεσολάβηση δεν καταλήξει σε συμφωνία και τα μέρη προσφύγουν δικαστικά, ενώ ο διαμεσολαβητής, τα μέρη, οι πληρεξούσιοι αυτών και όσοι άλλοι συμμετέχουν στην διαδικασία δεν εξετάζονται ως μάρτυρες ενώπιον του Δικαστηρίου, εάν συντρέξει περίπτωση δικαστικής διαδικασίας και

ii. αφετέρου, ο διαμεσολαβητής μπορεί - από όσα του εκθέτει κάποιο από τα μέρη σε κατ' ιδίαν συναντήσεις, που ενδεχομένως έχει ο διαμεσολαβητής με κάθε ενδιαφερόμενο κατά την διαδικασία - να μεταφέρει στο ή στα άλλα μέρη μόνον όσα ρητά του επιτρέψει ή του ζητήσει να μεταφέρει εκείνο το μέρος, που του τα εξέθεσε.

γ. Η διαμεσολάβηση είναι μια εύκαμπτη διαδικασία, με την έννοια ότι δεν διέπεται από τυπικούς κανόνες γι αυτό και ο τρόπος και ο ρυθμός διεξαγωγής της διαφέρει κατά περίπτωση, εξυπακουομένου ότι την διεύθυνση της διαδικασίας έχει - και οφείλει να έχει - ο διαμεσολαβητής, ο οποίος την συντονίζει και αποφασίζει πως θα προχωρήσει διαδικαστικά.

Παραδείγματος χάριν, ο διαμεσολαβητής θα αποφασίσει ποιό από τα δυο μέρη θα αρχίσει να εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και ποιά είναι η δική του θέση, τα παράπονα και οι αξιώσεις του, εάν θα έχει ή όχι κατ'ιδίαν συνομιλίες με κάθε μέρος (εάν ο διαμεσολαβητής αποφασίσει ότι θα έχει κατ'ιδίαν συνάντηση με ένα μέρος πρέπει υποχρεωτικά να έχει και με το άλλο ή και με τα άλλα μέρη για να μην διασαλευθούν οι ισορροπίες καθώς και η αρχή της ίσης μεταχείρισης και της αμεροληψίας του), ο διαμεσολαβητής θα επιλύσει διάφορα θέματα, που μπορεί να προκύψουν, όπως, π.χ. αντεγκλήσεις, φραστικές παρεκτροπές, διακοπές κάποιου μέρους που έχει τον λόγο από άλλο κ.λ.π., υπενθυμίζοντάς τους ότι η ηρεμία συντελεί καθοριστικά στην πρόοδο της διαδικασίας σε αντίθεση με την επιθετικότητα και ότι με το να ακούμε κάποιον δεν σημαίνει υποχρεωτικά ότι συμφωνούμε μαζί του, συμβάλλει όμως οπωσδήποτε στην εξεύρεση λύσης.

δ. Η διαμεσολάβηση χαρακτηρίζεται και διαπνέεται από τον κανόνα της αμεροληψίας του διαμεσολαβητή και της ίσης μεταχείρισης των μερών.

Πρωταρχικός στόχος του διαμεσολαβητή πρέπει να είναι να κερδίσει την εμπιστοσύνη όλων των μερών, που συμμετέχουν στην διαδικασία της διαμεσολάβησης, να τους πείσει ότι είναι και θα παραμείνει αμερόληπτος, ότι θα δώσει ίσες ευκαιρίες έκφρασης σε όλους και να τους κάνει να καταλάβουν ότι, εάν επιτευχθεί συμφωνία, αυτή θα επιτευχθεί αποκλειστικά από τους ίδιους και ότι ο ίδιος απλά και μόνον θα τους διευκολύνει σε αυτό.

Ο διαμεσολαβητής παρέχει την βοήθειά του στους ενδιαφερόμενους διευκολύνοντάς τους να πλησιάσουν ο ένας τον άλλο, να αποφορτιστούν από αρνητικές διαθέσεις και επήρειες, να δουν τα πραγματικά συμφέροντά τους χωρίς να παραμένουν προσκολλημένοι σε αρχικές θέσεις, που μπορεί να υπαγόρευσε ο θυμός, που τους διακατέχει μια εσφαλμένη εικόνα του όλου θέματος (την οποία εσφαλμένη εικόνα θα πρέπει οι ίδιοι οι ενδιαφερόμενοι να ανιχνεύσουν, με την βοήθεια του διαμεσολαβητή, αλλά όχι καθ' υπόδειξή του).

ε. Η διαμεσολάβηση δεν είναι δεσμευτική, με την έννοια ότι οποιοδήποτε μέρος μπορεί να αποχωρήσει όποτε θέλει. Δεσμευτική καθίσταται η συμφωνία που θα εξευρεθεί, ενδεχομένως, από τους ενδιαφερόμενους, μόνον από την στιγμή κατά την οποία θα υπογραφεί από όλα τα μέρη.

ζ. Η διαμεσολάβηση διεξάγεται μεταξύ τουλάχιστον δυο προσώπων που, κατ' αρχήν, έχουν αντίθετα συμφέροντα. Στο τέλος της διαδικασίας, μπορεί να αποδειχτεί ότι τα συμφέροντά συγκλίνουν.

Το γνωστότερο παράδειγμα που περιέχεται στα πλέον διαδεδομένα βιβλία περί διαμεσολάβησης είναι το εξής: δυο χωρικοί διεπληκτίζοντο διεκδικώντας τα πορτοκάλια, που παρήγε μια πορτοκαλιά, η οποία βρισκόταν ακριβώς πάνω στο όριο των δυο εφαπτομένων κτημάτων τους. Ούτε κουβέντα για να μοιράσουν την παραγωγή. Ο κάθε ένας ήθελε όλα τα πορτοκάλια. Όμως, με τη βοήθεια του σοφού του χωριού «βγήκε τελικά στην επιφάνεια» ότι ο ένας ήθελε τα πορτοκάλια για τη ψίχα τους προκειμένου να την στύβει και να παράγει φρέσκο χυμό για να τον πωλεί από την καντίνα, που διατηρούσε πιο κάτω, ενώ ο άλλος ήθελε τη φλούδα των πορτοκαλιών για να κάνει η γυναίκα του γλυκό και να το πωλεί στις συγχωριανές της μαζί με τα άλλα γλυκά που έφτιαχνε. Έτσι, το πρόβλημα λύθηκε !! Αποφάσισαν να ξεφλουδίζουν τα πορτοκάλια και ο ένας να παίρνει την ψίχα και ο άλλος την φλούδα. Αποδεικνύεται, έτσι, ότι ένας από τους στόχους του διαμεσολαβητή είναι να «φέρει στην επιφάνεια» τα πραγματικά συμφέροντα των ενδιαφερομένων - πέραν του ότι πρέπει να αναζητήσει και να φέρει στην επιφάνεια και τις πραγματικές αιτίες της διαφοράς - να τους βοηθήσει να απεγκλωβιστούν από τις θέσεις, που έχουν πάρει και στις οποίες έχουν ίσως αγκιστρωθεί, μη μπορώντας να δουν πιο πλατιά και σε βάθος χρόνου το όλο θέμα, έτσι ώστε να βρουν την καλύτερη, με όλες τις έννοιες, λύση για όλους.

Ένα από τα πιο αποτελεσματικά εργαλεία του διαμεσολαβητή για να επιτύχει τα ανωτέρω, είναι οι ερωτήσεις, στις οποίες οι ενδιαφερόμενοι δεν μπορούν να απαντήσουν με ένα «ναι» ή ένα «όχι», αλλά αναγκαστικά πρέπει να «ψάξουν» μέσα τους και ίσως στην καρδιά τους για να δώσουν μια εμπεριστατωμένη απάντηση.

Στην διαμεσολάβηση, μπορούν να συμμετέχουν, βεβαίως, περισσότερα από δυο μέρη, οπότε η όλη διαδικασία και κάθε πτυχή της είναι αυτομάτως πιο περίπλοκες, διότι οι ισορροπίες χρειάζονται μεγαλύτερη προσπάθεια για να τηρηθούν και, γενικά, η όλη διαδικασία είναι πιο σύνθετη διότι είναι ασφαλώς, πιο δύσκολο, να συμβάλει κανείς στην προσέγγιση πέντε ανθρώπων από δυο, είναι πιο δύσκολο να κερδίσει την εμπιστοσύνη πέντε ατόμων και άλλο δυο κ.λ.π..

Η διαμεσολάβηση μπορεί να διεξαχθεί και στα πλαίσια της ίδιας επιχείρησης ή ακόμη και της ίδιας οικογένειας, όταν τα μέλη των εμπλεκομένων «παρατάξεων» ανήκουν στην ίδια επιχείρηση ή στην ίδια οικογένεια ή στην ίδια οικογενειακή επιχείρηση. Οι περιπτώσεις αυτές ίσως είναι εκείνες στις οποίες η διαμεσολάβηση ενδείκνυται το περισσότερο, λόγω της δυνατότητας διασφάλισης μελλοντικών καλών σχέσεων, που παρέχει.

Αυτές είναι από τις βασικές περιπτώσεις, στις οποίες η προσφυγή στην διαμεσολάβηση πριν από την έναρξη οποιασδήποτε δικαστικής διαδικασίας είναι - θα έπαιρνα το θάρρος να πω - απόλυτα ενδεδειγμένη.

Η διαμεσολάβηση δεν περιλαμβάνει την απόπειρα συμβιβασμού που γίνεται από τον Ειρηνοδίκη ή το Δικαστήριο κατά την έναρξη της δίκης σύμφωνα με τα σχετικά άρθρα του ΚΠολΔικ. Οι ουσιώδεις διαφορές είναι ότι, στην δικαστική απόπειρα συμβιβασμού, ο δικαστής - σε αντίθεση με τον διαμεσολαβητή - δεν επιλέγεται βεβαίως από τους διαδίκους και, σε ορισμένες περιπτώσεις εργατικών κυρίως διαφορών, η απόπειρα συμβιβασμού είναι υποχρεωτική - σε αντίθεση με την διαμεσολάβηση, που αποτελεί εκούσια επιλογή των ενδιαφερομένων.

Η διαμεσολάβηση ουδεμία σχέση έχει με την διαιτησία, διότι ο διαιτητής ή οι διαιτητές εάν είναι περισσότεροι του ενός εξετάζουν την υπόθεση και εκδίδουν απόφαση δεσμευτική για τα μέρη, σε αντίθεση με τον διαμεσολαβητή, που ουδεμία εκδίδει απόφαση, αλλά απλώς και μόνο διευκολύνει τους ενδιαφερόμενους να βρουν εκείνοι λύση.

3. Ο ΡΟΛΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗ

Ο διαμεσολαβητής είναι ένα τρίτο σε σχέση με τους διαδίκους πρόσωπο, που επιλέγεται από κοινού από αυτούς προκειμένου να τους συνδράμει στην προσπάθειά τους να βρουν οι ίδιοι εξωδικαστικά λύση της διαφοράς τους.

Ο διαμεσολαβητής πρέπει να είναι ειδικά εκπαιδευμένος, ώστε να μπορεί να ενεργεί με τρόπο τέτοιο που να εμπνέει μεν εμπιστοσύνη στους ενδιαφερόμενους, αλλά και σεβασμό και να τους δίνει εξ υπαρχής να καταλάβουν ότι εκείνος διευθύνει την διαδικασία έστω και αν αυτή επελέγη από τους ίδιους, έστω και αν είναι ελεύθεροι να αποχωρήσουν οποιαδήποτε στιγμή. Όμως, όσο παραμένουν στην αίθουσα της διαμεσολάβησης, ο διαμεσολαβητής είναι εκείνος που διευθύνει την ροή της διαδικασίας. Ας μην παρερμηνευθεί ο όρος «διευθύνει». Πρόκειται για την εξουσία του διαμεσολαβητή να αποφασίζει επί διαδικαστικών θεμάτων, επί θεμάτων συμπεριφοράς και, γενικά, περί εξουσίας, που είναι ταυτόχρονα και καθήκον, να ενεργεί έτσι ώστε να τηρούνται οι ισορροπίες και να διασφαλίζεται μια ήρεμη ατμόσφαιρα, που θα συμβάλει στη εξεύρεση λύσης από τους ενδιαφερόμενους. Αυτά μπορούν να ακούγονται απλά, αλλά δεν είναι. Όταν ξεκίνησα την εκπαίδευση μου, θεωρούσα ότι θα ήταν πολύ απλό για κάποιον σαν εμένα, με πολυετή θητεία σε πολυσχιδή εταιρικά σχήματα, διαπραγματευόμενος σε καθημερινή βάση με πελάτες, προμηθευτές, ενδοεπιχειρησιακούς συνεργάτες και κάθε είδους φορέα, αλλά και μέσα στο ίδιο το οικογενειακό μου περιβάλλον, να μάθω τι πρέπει να κάνει ένας διαμεσολαβητής. Ήδη από την πρώτη μέρα του σεμιναρίου εκπαίδευσής μου διαπίστωσα ότι, όχι μόνο γνώριζα ελάχιστα πράγματα, αλλά ότι υπήρχαν τεχνικές εξαιρετικά σπουδαίες και καθοριστικές, περί των οποίων δεν είχα ιδέα και ούτε καν μπορούσα να υποψιαστώ ότι ήσαν απαραίτητοι τόσο λεπτοί χειρισμοί και ότι υπήρχαν τόσοι ταξινομημένοι και καταχωρημένοι κανόνες για την εφαρμογή τους.

Οι δεξιότητες του διαμεσολαβητή είναι πρωτίστως η ικανότητά του να εμπνεύσει - όπως ήδη εκτέθηκε - εμπιστοσύνη στους ενδιαφερόμενους, να τους πείσει για την αμεροληψία του και να επιτύχει να του «ανοίξουν την καρδιά τους», διότι μόνο τότε θα μπορέσει, διαγιγνώσκοντας την πραγματική αιτία της διαφοράς, να συμβάλει αποτελεσματικά στην εξεύρεση λύσης από τους ενδιαφερόμενους σχετικά με την διαφορά τους, την οποία λύση απαγορεύεται αυστηρά να τους υποδείξει έστω και εμμέσως ο διαμεσολαβητής.

Ο διαμεσολαβητής οφείλει να τηρεί απαρεγκλίτως τον Κώδικα Δεοντολογίας των Διαμεσολαβητών, ο οποίος, στην Ελλάδα, θεσπίζεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων με την οποία προβλέπονται και οι ειδικώτερες προϋποθέσεις για την επιβολή κυρώσεων λόγω παράβασης των διατάξεων του εν λόγω Κώδικα.

Ο διαμεσολαβητής δεν είναι υποχρεωμένος να δεχθεί τον διορισμό του, δηλαδή την επιλογή του από τους ενδιαφερόμενους, αλλά εάν τον δεχθεί οφείλει να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για την σωστή διεξαγωγή της διαδικασίας και να τηρεί αυστηρά όλα τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις του, οι κυριότερες από τις οποίες είναι η αμεροληψία (ίση μεταχείριση των μερών) και η εχεμύθεια. Για να διεξαχθεί διαμεσολάβηση απαιτείται να υπογραφεί συμφωνία περί τούτου από τα ενδιαφερόμενα μέρη και τον διαμεσολαβητή.

Πριν από την έναρξη της διαδικασίας της διαμεσολάβησης, ο διαμεσολαβητής μπορεί, κατά την κρίση του, να επικοινωνήσει με τους ενδιαφερόμενους για να συλλέξει τις απαιτούμενες πληροφορίες, που θα του επιτρέψουν να σχηματίσει σαφή εικόνα της διαφοράς και να προετοιμασθεί καλά. Η καλή προετοιμασία είναι το ήμισυ του παντός. Όσο καλός και να είναι ο διαμεσολαβητής, εάν δεν γνωρίζει την υπόθεση και στην παραμικρή της λεπτομέρεια, εάν δεν έχει εμβαθύνει και διεισδύσει σε όλες τις πτυχές της, ελάχιστες πιθανότητες έχει να φέρει επιτυχώς σε πέρας το έργο του.

Ο διαμεσολαβητής - στο προκαταρκτικό στάδιο - είναι προτιμότερο να επικοινωνεί με τους δικηγόρους των ενδιαφερομένων. Πράγματι, σύμφωνα με τον Ελληνικό Νόμο περί διαμεσολάβησης, στην διαδικασία της διαμεσολάβησης οι ενδιαφερόμενοι παρίστανται υποχρεωτικά είτε αυτοπροσώπως συνοδευόμενοι από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους ή δια των πληρεξουσίων δικηγόρων τους. Η υποχρεωτική παρουσία των δικηγόρων των ενδιαφερομένων στην όλη διαδικασία είναι ουσιαστική και απαραίτητη κατά τη γνώμη μου διότι συμβάλλει στην εξισορρόπιση των δυνάμεων και διασφαλίζει ως ένα βαθμό στην επίτευξη συμφωνίας μη αντιτιθέμενης στους κανόνες δημοσίας τάξης / αναγκαστικού δικαίου.

Ένας πρακτικός τρόπος ενημέρωσης του διαμεσολαβητή είναι η υποβολή σε αυτόν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους των μερών υπομνημάτων με την εξιστόρηση των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς και την θέση κάθε μέρους, στα οποία υπομνήματα καλό είναι να επισυνάπτονται εξ'υπαρχής τα πληρεξούσια των δικηγόρων όταν στην διαδικασία θα παραστούν μόνον αυτοί χωρίς τους πελάτες τους, καθώς και, σε περίπτωση που ένα ή περισσότερα μέρη είναι νομικά πρόσωπα, τα πληρεξούσια των φυσικών προσώπων, που θα τα εκπροσωπήσουν στην διαδικασία της διαμεσολάβησης.

Η αναφορά σε νομικούς κανόνες στα υπομνήματα είναι περιττή διότι - υπό την προϋπόθεση ότι η συμφωνία των μερών δεν προσκρούει σε διατάξεις δημόσια τάξης / αναγκαστικού δικαίου - μπορεί κάλλιστα να παρεκκλίνει των ρυθμίσεων, που προβλέπονται από τον Νόμο. Παραδείγματος χάριν, δυο εταίροι, που διαφωνούν σχετικά με την συνέχιση ή μη της εταιρείας τους, μπορούν ανεμπόδιστα - εάν συμφωνήσουν να διαλυθεί αυτή - να ορίσουν ποσοστό συμμετοχής τους στο προϊόν της εκκαθάρισης διαφορετικό από εκείνο που ορίζει ο σχετικός νομικός κανόνας, σύμφωνα προς τον οποίο κάθε εταίρος μετέχει στο προϊόν της εκκαθάρισης κατά τον λόγο της συμμετοχής του στο εταιρικό κεφάλαιο.

Τυχόν νομικές γνώσεις του διαμεσολαβητή ελάχιστα θα τον βοηθήσουν στην σωστή διεξαγωγή της διαμεσολάβησης και θα χρησιμεύσουν σχεδόν αποκλειστικά και μόνο για να επισημάνει, εάν συντρέξει περίπτωση, την πρόσκρουση σε κανόνες δημόσιας τάξης / αναγκαστικού δικαίου ενδεχόμενης συμφωνίας, που συζητείται από τους ενδιαφερόμενους. Η συνδρομή αυτή είναι, βεβαίως, κεφαλαιώδης, στο μέτρο που, εάν η συμφωνία των μερών προσκρούει σε τέτοιους κανόνες, δεν θα είναι εφικτή η εκτέλεσή της.

Εκείνα που διδάσκονται όσοι εκπαιδεύονται για να γίνουν διαμεσολαβητές έχουν κατά ένα πολύ μεγάλο ποσοστό την ρίζα τους στις αρχές της ψυχολογίας και πάντως τις λαμβάνουν οπωσδήποτε υπ'όψη, διότι όποια διαφορά και αν αποτελεί το αντικείμενο μίας διαμάχης δεν είναι ποτέ μια στεγνή σύγκρουση συμφερόντων, αλλά εμπεριέχει πάντοτε ψυχολογικά στοιχεία, θέσεις και αντιθέσεις, δράσεις και αντιδράσεις, που οφείλονται στην ιδιοσυστασία, στον χαρακτήρα και στην ψυχοσύνθεση εν γένει κάθε εμπλεκομένου. Ο άνθρωπος είναι πάντοτε άνθρωπος, δηλαδή ενότητα ύλης και ψυχής. Κατά συνέπεια, ποτέ και τίποτε δεν μπορεί να είναι μόνο υλικό. Για αυτό και αν η διαφορά αντιμετωπιστεί με τρόπο ψυχρό και αποστασιοποιημένο, είναι σχεδόν βέβαιο ότι δεν θα καταλήξει σε εξεύρεση λύσης από τα μέρη, που θα υποχρεωθούν τότε να κινηθούν δικαστικά με στόχο να εκδοθεί απόφαση, στην οποία δεν θα μπορούν παρά να υποκλιθούν.

Με άλλα λόγια, όταν δεν μπορούμε να επικοινωνήσουμε και δεν καταφέρνουμε μόνοι μας ή με την βοήθεια ενός τρίτου - του διαμεσολαβητή - να λύσουμε την διαφορά μας, προσφεύγουμε σε δικαστικούς αγώνες λέγοντας «ό,τι πει το Δικαστήριο», εγκαταλείποντας ουσιαστικά τη προσπάθεια να βρούμε εμείς λύση και αποδεχόμενοι εκ προοιμίου - προκειμένου να μην κάνουμε την προσπάθεια - την λύση που θα μας επιβληθεί δικαστικά. Όχι βέβαια άκοπα διότι πιστεύουμε ότι η δικαστική κρίση θα είναι υπέρ μας. Και εάν δεν είναι πρωτοδίκως, θα κάνουμε έφεση, θα κάνουμε αναίρεση και γενικά θα εξαντλήσουμε όλα τα ένδικα μέσα μέχρι τέλους. Έτσι και το όλο θέμα θα τραβήξει κατ'ελάχιστον όριο μια δεκαετία, στην διάρκεια της οποίας οι ενδιαφερόμενοι θα εξαντληθούν οικονομικά, σωματικά και αυτό ακριβώς θα συμβεί, διότι πολλοί από τους διαδίκους θέλουν να είναι παρόντες στο Δικαστήριο, με αποτέλεσμα να περνούν εκεί ατελείωτες ώρες (πολλές φορές για να ακούσουν, μετά από 3 ή και 4 ώρες αναμονής, ότι η υπόθεση αναβάλλεται) και, βεβαίως, ψυχολογικά. Όλες οι αρνητικές αυτές καταστάσεις αποφεύγονται εάν η διαφορά επιλυθεί με διαμεσολάβηση

Βέβαια, ο διαμεσολαβητής πρέπει να αποκτήσει την ικανότητα να διεισδύει στην ψυχολογία των ενδιαφερομένων και να τους χειρίζεται με τον αντίστοιχα κατάλληλο τρόπο. Όσο μεγαλύτερη είναι η ικανότητά του αυτή, τόσο καλύτερος είναι ο διαμεσολαβητής και, κατ'επέκταση τόσο μεγαλύτερες είναι οι πιθανότητες να επιτύχει η διαμεσολάβηση.

Ο διαμεσολαβητής πρέπει να κατανοεί τα μέρη και να μπαίνει στη θέση τους, χωρίς όμως να ταυτίζεται μαζί τους. Αυτό είναι και ένα από τα δυσκολότερα σημεία στο θέμα του χειρισμού των ενδιαφερομένων από τον διαμεσολαβητή.

Στην αγγλική γλώσσα, η στάση αυτή του διαμεσολαβητή λέγεται «empathy» σε αντιδιαστολή προς την λέξη «sympathy». Και ενώ η λέξη «sympathy» προέρχεται από την ελληνική λέξη «συμπάθεια», που είναι το ουσιαστικό του ρήματος «συμπάσχω», η λέξη «empathy» ουδόλως μεταφράζεται στην ελληνική ως «εμπάθεια», η οποία περιέχει στοιχείο πάθους, προσκόλληση σε θέσεις και αντιλήψεις, εμμονή, επιμονή κ.λ.π.. Στη ελληνική γλώσσα, έχει δημιουργηθεί ειδικός όρος για την απόδοση του αγγλικού όρου «empathy», που είναι ο όρος «ενσυναίσθηση». Έχω δηλαδή συναίσθηση του πως αισθάνεται ο συνομιλητής μου, αλλά σε καμία περίπτωση δεν ταυτίζομαι μαζί του, διότι εάν ταυτιζόμουν, θα έχανα οπωσδήποτε την ψυχραιμία μου, την νηφαλιότητά μου και κάθε ικανότητα να τον βοηθήσω αποτελεσματικά.

Στην διαμεσολάβηση, μεγάλη σημασία έχουν, επίσης, η γλώσσα του σώματος και η μη λεκτική επικοινωνία.

Τα θέματα αυτά αποτελούν αντικείμενο πολλών βιβλίων και διδάσκονται σε πολύωρα σεμινάρια. Γι αυτό, θα επισημανθούν μόνον κάποιοι σημαντικοί, κανόνες όπως ο κανόνας ότι ο διαμεσολαβητής πρέπει να έχει επαφή με το βλέμμα με όλους τους μετέχοντες στην διαδικασία της διαμεσολάβησης και μάλιστα όχι μόνο όταν μιλούν.

Συγκεκριμένα, όταν κάποιος από τους παράγοντες της διαδικασίας έχει τον λόγο, ο διαμεσολαβητής πρέπει να τον κοιτά στα μάτια και με το βλέμμα να του δείχνει ότι κατανοεί πλήρως αυτά που ακούει. Εάν συμβεί να μην καταλάβει κάτι, αφού τελειώσει την φράση του ο ομιλών, ο διαμεσολαβητής θα του ζητήσει ευγενικά επεξηγήσεις ή, ακόμη καλύτερα, θα του πει παραδείγματος χάριν : «Σας παρακολούθησα πολύ προσεκτικά αλλά, για να είμαι βέβαιος/η ότι κατάλαβα σωστά, επιβεβαιώστε μου, παρακαλώ, ότι εννοείτε..... (ό,τι κατάλαβε ο διαμεσολαβητής) και, εάν κάνω λάθος, διορθώστε με». Με μια τέτοια φράση γίνεται ταυτόχρονα και το λεγόμενο «reframing», που σημαίνει «αναδιατύπωση», η οποία δίνει την ευκαιρία στον διαμεσολαβητή να αμβλύνει ενδεχόμενες οξείες εκφράσεις με στόχο να «πέσουν» οι τόνοι. Εξυπακούεται ότι το «reframing» δεν γίνεται μόνο όταν ο διαμεσολαβητής αμφιβάλλει κατά πόσον κατάλαβε σωστά αυτά που άκουσε, αλλά και οποτεδήποτε κρίνει σκόπιμη την αναδιατύπωση των λεγομένων των ενδιαφερομένων για να μετριασθούν ή ακόμη και για να αποφευχθούν εντάσεις από την χρήση κάποιων «ατυχών» λέξεων ή / και εκφράσεων από τους ενδιαφερόμενους.

Η αναδιατύπωση (reframing) και η σύνοψη (summarizing) είναι δυο από τα σημαντικότατα εργαλεία του διαμεσολαβητή.

Αλλά, ενώ ομιλεί ένας από τους ενδιαφερόμενους και ο διαμεσολαβητής τον κοιτάζει στα μάτια, θα πρέπει να φροντίζει ταυτόχρονα να στρέφει το βλέμμα του, όταν για κλάσματα δευτερολέπτου και σε κάθε έναν από τους υπόλοιπους, οι οποίοι, διαφορετικά, θα αισθάνονται εγκαταλελειμμένοι, πράγμα το οποίο αποτελεί έναν από τους μεγάλους - ίσως τον μεγαλύτερο - κίνδυνο για την έκβαση της διαμεσολάβησης.

Μεγάλη προσοχή απαιτεί, επίσης, η στάση του σώματος του διαμεσολαβητή, ο οποίος σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να σταυρώνει τα χέρια του στο στήθος του, διότι αυτό δηλώνει «κλείσιμο» και δημιουργεί ένα «τείχος» μεταξύ εκείνου και του συνομιλητή του.

Σκόπιμο είναι ο διαμεσολαβητής να σκύβει λίγο προς το μέρος εκείνου που ομιλεί έχοντας τα χέρια του χαλαρά πάνω στο τραπέζι.

4. ΤΟ ΚΥΡΟΣ ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΠΟΥ ΠΡΟΚΥΠΤΕΙ, ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΩΣ, ΑΠΟ ΤΗΝ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗ

Κατά το πέρας της διαδικασίας της διαμεσολάβησης, ο διαμεσολαβητής συντάσσει Πρακτικό, που είναι και το μόνο Πρακτικό το οποίο συντάσσεται κατά την διαδικασία της διαμεσολάβησης και πρέπει να περιέχει :

α.  το ονοματεπώνυμο, τον αριθμό φορολογικού μητρώου και τον αριθμό μητρώου κοινωνικής ασφάλισης του διαμεσολαβητή,

β. τον τόπο και το χρόνο της διαμεσολάβησης,

γ. τα πλήρη στοιχεία των μερών που προσέφυγαν στη διαμεσολάβηση και τα ονόματα των πληρεξούσιων δικηγόρων τους,

δ. τη συμφωνία με την οποία τα μέρη προσέφυγαν στη διαμεσολάβηση,

ε. τα πλήρη στοιχεία τυχόν άλλων προσώπων που μετείχαν με οποιονδήποτε τρόπο στη διαδικασία της διαμεσολάβησης,

στ. τη συμφωνία στην οποία κατέληξαν τα μέρη κατά τη διαμεσολάβηση ή τη διαπίστωση της αποτυχίας της διαμεσολάβησης.

Μετά το πέρας της διαδικασίας διαμεσολάβησης, το πρακτικό υπογράφεται από τον διαμεσολαβητή, τα μέρη και τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους και κάθε μέρος δικαιούται να παραλάβει από ένα ισόκυρο πρακτικό, το οποίο και δύναται να καταθέσει οποτεδήποτε στη γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου του τόπου που είναι αρμόδιο για την εκδίκαση της υπόθεσης για την οποία έλαβε χώρα η διαμεσολάβηση. Κατά την κατάθεση υποβάλλεται παράβολο ποσού πενήντα (50) ευρώ, το ύψος του οποίου μπορεί να αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η δαπάνη για το παράβολο βαρύνει τον καταθέτη, εκτός αν τα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά. 

Σε περίπτωση αποτυχίας της διαμεσολάβησης, το πρακτικό μπορεί να υπογράφεται μόνο από το διαμεσολαβητή, ο οποίος οφείλει να μνημονεύσει ότι τα μέρη δεν κατέληξαν σε συμφωνία. 

Από την κατάθεση στη γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου, το πρακτικό διαμεσολάβησης, εφόσον περιέχει συμφωνία των μερών για ύπαρξη αξίωσης που μπορεί να εκτελεστεί αναγκαστικά, αποτελεί τίτλο εκτελεστό σύμφωνα με την περίπτωση γ ́ της παρ. 2 του άρθρου 904 του ΚΠολΔ. Το απόγραφο για την εκτέλεση εκδίδεται, σύμφωνα με τα άρθρα 915 έως 918 του ΚΠολΔ, από τον Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου, στη γραμματεία του οποίου κατετέθη το πρακτικό διαμεσολάβησης, χωρίς να επιβάλλονται άλλα έξοδα υπέρ του Δημοσίου στον επισπεύδοντα διάδικο. 

Καθ' ό,τι αφορά την εκτελεστότητα της συμφωνίας, που προκύπτει, ενδεχομένως, από την διαμεσολάβηση, ο Ελληνικός Νόμος υπερτερεί σε σχέση με την Ευρωπαϊκή Οδηγία, σύμφωνα προς την οποία, για να κατατεθεί στην Γραμματεία του αρμοδίου Δικαστηρίου και να καταστεί τίτλος εκτελεστός το Πρακτικό, που περιέχει την συμφωνία, στην οποία κατέληξαν τα μέρη κατά την διαμεσολάβηση, πρέπει να ζητήσουν την κατάθεσή του όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, πράγμα το οποίο «αφήνει ανοιχτή την πόρτα» σε όποιο μέρος, ενδεχομένως, αλλάξει γνώμη, παρά το γεγονός ότι έχει υπογράψει, για να παρεμποδίσει την εκτέλεση της συμφωνίας.

Αντιθέτως, στην Ελλάδα, άπαξ και έχει υπογραφεί το πρακτικό, που περιέχει την συμφωνία των μερών, αρκεί να ζητήσει την κατάθεσή του στη Γραμματεία του Δικαστηρίου έστω και ένα μόνο από τα ενδιαφερόμενα μέρη. Έτσι δεν υπάρχει περιθώριο για παλινδρόμηση, κακοπιστία ή ακόμη και πονηρία ενός ή περισσοτέρων μερών μετά από την υπογραφή του συμφωνητικού.

Η κατάθεση του Πρακτικού στην Γραμματεία του Δικαστηρίου επιφέρει αυτοδικαίως την εκτελεστότητα της συμφωνίας των μερών, που περιέχεται σε αυτό. Δεν χρειάζεται, δηλαδή, καμία επικύρωση από το Δικαστήριο. Αρκεί η υλική πράξη της κατάθεσης για να γίνει η συμφωνία, η οποία περιέχεται στο Πρακτικό Διαμεσολάβησης, τίτλος εκτελεστός.

Σημαντικό είναι, επίσης, ότι προσφυγή στην διαμεσολάβηση διακόπτει την παραγραφή και την αποσβεστική προθεσμία άσκησης των αξιώσεων καθ΄όλη την διάρκεια της διαδικασίας της διαμεσολάβησης.