Eρωτήσεις & Aπαντήσεις για τη Διαμεσoλάβηση

Τι είναι η Διαμεσολάβηση (Mediation);

Η Διαμεσολάβηση είναι ένας τρόπος εξωδικαστικής επίλυσης των διαφορών. Πρόκειται για μια διαδικασία κατά την οποία τα μέρη, συνοδευόμενα από τους δικηγόρους τους, διαπραγματεύονται και επιδιώκουν την επίλυση της διαφοράς τους με συμφωνία, ενώπιον ενός ανεξάρτητου και αμερόληπτου διαμεσολαβητή. Στο τέλος της διαδικασίας συντάσσεται Πρακτικό Διαμεσολάβησης, το οποίο περιλαμβάνει τη συμφωνία των μερών ή διαπιστώνει την αποτυχία της διαδικασίας.

Πως γίνεται προσφυγή στη Διαμεσολάβηση κατά το Ν. 4512/2018;

Με βάση τις νέες διατάξεις, μια ιδιωτική διαφορά μπορεί να υπαχθεί σε διαμεσολάβηση με τέσσερις (4) τρόπους:

(α) Με συμφωνία των μερών (άρθρο 181 παρ. 1 εδ. α' Ν. 4512/2018)

Τα μέρη μπορούν να συμφωνήσουν να υπαγάγουν τη διαφορά τους σε διαμεσολάβηση με την υπογραφή σύμβασης διαμεσολάβησης, η οποία κατά άρθρο 180 πρέπει να είναι έγγραφη, να αφορά υφιστάμενες ή μέλλουσες διαφορές ιδιωτικού δικαίου με αντικείμενο για το οποίο τα μέρη έχουν εξουσία διαθέσεως κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου. Η σύμβαση αυτή διέπεται από τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου για τις συμβάσεις.

(β) Με απόφαση δικαστηρίου σε κάθε στάση της δίκης, αν το δικαστήριο το κρίνει σκόπιμο και τα μέρη συμφωνήσουν (άρθρο 181 παρ. 2)

(γ) Με δικαστική απόφαση αρχής άλλου κράτους μέλους της ΕΕ, αρκεί να μην αντίκειται στα χρηστά ήθη και την ελληνική δημόσια τάξη (άρθρο 181 παρ. 1 εδ. γ')

(δ) Με επιταγή του νόμου (άρθρο 181 παρ. 1 εδ. δ' και 182)

Σε κάθε περίπτωση, οι δικηγόροι είναι υποχρεωμένοι να ενημερώνουν τους πελάτες τους για τη δυνατότητα διευθέτησης της διαφοράς μέσω διαμεσολάβησης καθώς και για την τυχόν υποχρεωτική υπαγωγή της στη διαδικασία, και μάλιστα εγγράφως. Το ενημερωτικό έγγραφο, το οποίο θα συνταχθεί από την Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης μετά την έναρξη λειτουργίας της, συμπληρώνεται και υπογράφεται από τον εντολέα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του και κατατίθεται με το εισαγωγικό δικόγραφο της αγωγής ή άλλου ένδικου βοηθήματος επί ποινή απαράδεκτου της συζήτησής του (άρθρο 182 παρ. 3).

Ποιές διαφορές υπάγονται υποχρεωτικά σε Διαμεσολάβηση;

Με βάση το νέο νόμο, από τις 18 Οκτώβριου του 2018 (δηλαδή, 9 μήνες μετά τη δημοσίευση του Ν. 4512/2018 στο ΦΕΚ κατά το άρθρο 206) εφτά (7) κατηγορίες ιδιωτικών διαφορών υπάγονται υποχρεωτικά σε διαμεσολάβηση (άρθρο 182 παρ. 1).

Αυτές είναι οι διαφορές που αφορούν:

  1. Διαφορές οροφοϊδιοκτητών (οροφοκτησία, απλή και κάθετη ιδιοκτησία, διαχείριση, 1003-1032 ΑΚ)
  2. Αποζημίωση για ζημίες από αυτοκίνητο και απαιτήσεις από σύμβαση ασφάλισης (εκτός από περιπτώσεις θανάτου ή σωματικής βλάβης)
  3. Διαφορές από αμοιβές του άρθρου 622Α ΚΠολΔ
  4. Οικογενειακές διαφορές εκτός από α) το διαζύγιο, β) την ακύρωση γάμου, γ) την αναγνώριση της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας γάμου και εκτός από τις διαφορές μεταξύ γονέων και τέκνων (άρθρο 592 παρ. 1 υποπερ. α', β' και γ' και παρ. 2 ΚΠολΔ)
  5. Αποζημίωση ασθενών ή οικείων τους σε βάρος ιατρών
  6. Εμπορικά σήματα, διπλώματα ευρεσιτεχνίας, βιομηχανικά σχέδια και υποδείγματα
  7. Χρηματιστηριακές Συμβάσεις

Τι σημαίνει στην πράξη η υποχρεωτική υπαγωγή των παραπάνω διαφορών σε Διαμεσολάβηση;

Πρακτικά, η υποχρεωτική υπαγωγή των παραπάνω διαφορών σε διαμεσολάβηση σημαίνει ότι αν τα μέρη παραστούν στη συζήτηση της αγωγής τους χωρίς να απευθυνθούν πρώτα σε Διαμεσολαβητή, επιδιώκοντας τη συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς τους, το Δικαστήριο θα κηρύσσει τη συζήτηση της αγωγής απαράδεκτη. Μόνο μετά το ανεπιτυχές πέρας της έως άνω διαμεσολάβησης, κάθε μέρος δικαιούται να προσφύγει στο δικαστήριο, προσκομίζοντας το πρακτικό αποτυχίας. Αν μετά την αρχική συνεδρίαση τα μέρη δεν συμφωνήσουν να προχωρήσουν σε διαμεσολάβηση, θεωρείται ότι έχει πληρωθεί η υποχρέωση του άρθρου 182.

Αν ένα από τα μέρη παρότι έχει κληθεί νόμιμα στη διαδικασία διαμεσολάβησης (με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, τηλεομοιοτυπία ή συστημένη επιστολή), δεν προσέρχεται σε αυτή, συντάσσεται Πρακτικό Αποτυχίας το οποίο προσκομίζεται στο Δικαστήριο που επιλαμβάνεται της διαφοράς. Το Δικαστήριο αυτό μπορεί να επιβάλει στο μέρος που δεν προσήλθε στη διαμεσολάβηση χρηματική ποινή υπέρ του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. ποσού 120 ως 300 ευρώ, συνεκτιμώντας την εν γένει συμπεριφορά του και επιπλέον χρηματική ποινή μέχρι ποσοστού 0,2% επί του αντικειμένου της διαφοράς ανάλογα με την έκταση της ήττας αυτού.

Πως ξεκινά η διαδικασία της Διαμεσολάβησης;

(α) Επιλογή Προσώπου Διαμεσολαβητή (άρθρο 183 παρ. 1)

Τα μέρη, αφού ενημερωθούν για τη δυνατότητα διαμεσολάβησης ή την υποχρεωτική διαμεσολάβηση από τους δικηγόρους τους, καλούνται να επιλέξουν και να συμφωνήσουν στο πρόσωπο του διαμεσολαβητή από τη λίστα διαπιστευμένων διαμεσολαβητών του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Αν δεν επιτευχθεί συμφωνία, τότε ο διαμεσολαβητής ορίζεται μετά από αίτηση οποιουδήποτε εκ των μερών, από την Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης με αιτιολογημένη απόφασή της.

(β) Έναρξη Διαδικασίας (άρθρο 182 παρ. 4 περ. Α)

Η διαδικασία ξεκινά με την κατάθεση αιτήματος προσφυγής στο διαμεσολαβητή από το δικηγόρο του αιτούμενου δικαστική προστασία. Μέσα σε 15 μέρες από την επομένη της γνωστοποίησης της αίτησης του προσφεύγοντος στο άλλο μέρος, ο διαμεσολαβητής καλεί τα μέρη σε μια πρώτη συνάντηση (δυνατό να γίνει και μέσω τηλεδιάσκεψης) όπου η διάρκεια και οι διαδικαστικές λεπτομέρειες της διαμεσολάβησης καθορίζονται από το διαμεσολαβητή σε συμφωνία με τα μέρη. Σε έλλειψη συμφωνίας, ο διαμεσολαβητής διεξάγει τη διαμεσολάβηση όπως αυτός κρίνει.

Η έναρξη της διαμεσολάβησης επιφέρει αναστολή της παραγραφής και της αποσβεστικής προθεσμίας (άρθρο 185) καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας. Έξι μήνες μετά τη σύνταξη πρακτικού αποτυχίας, την επίδοση δήλωσης αποχώρησης ή την με οποιοδήποτε τρόπο ολοκλήρωση ή κατάργηση της διαδικασίας αρχίζει και πάλι να τρέχει ο χρόνος, με την επιφύλαξη των 261, 262, 263 ΑΚ.

Ποια είναι τα χαρακτηριστικά της διαδικασίας που ακολουθείται;

Η διαμεσολάβηση διενεργείται σύμφωνα με την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας. Κατά συνέπεια, τα μέρη είναι ελεύθερα ανά πάσα στιγμή να αποχωρήσουν από τη διαδικασία χωρίς αιτιολογία ή ποινή (άρθρο 191). Επιπλέον, η διαμεσολάβηση έχει εμπιστευτικό χαρακτήρα, και για το λόγο αυτό δεν τηρούνται πρακτικά, εκτός αν υπάρξει διαφορετική συμφωνία των μερών.

Πως περατώνεται η Διαμεσολάβηση;

Η διαμεσολάβηση θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί εντός τριάντα (30) ημερών, με δυνατότητα παράτασης της εν λόγω προθεσμίας για άλλες 30 μέρες μετά από συμφωνία των μερών. Η «απόφαση» του διαμεσολαβητή ονομάζεται Πρακτικό Διαμεσολάβησης. Σε αυτό, καταγράφεται η τελική συμφωνία των μερών ή διαπιστώνεται η αποτυχία της διαμεσολάβησης και υπογράφεται από τα μέρη, τους πληρεξούσιους δικηγόρους και το διαμεσολαβητή (σε αποτυχία μόνο από αυτόν). Κάθε μέρος δικαιούται να παραλάβει από ένα ισόκυρο πρακτικό.

Αντίγραφό του μπορεί να κατατεθεί οποτεδήποτε στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου που είναι κατά τόπο αρμόδιο κατά τον ΚΠολΔ για την εκδίκαση της υπόθεσης με την καταβολή παραβόλου ύψους 50 ευρώ. Αν το Πρακτικό περιέχει συμφωνία των μερών για ύπαρξη αξίωσης που μπορεί να εκτελεστεί αναγκαστικά, αποτελεί εκτελεστό τίτλο από τη στιγμή της κατάθεσής του κατά το άρθρο 904 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Κατά το άρθρο 191 παρ. 4, ο Διαμεσολαβητής μπορεί να περατώσει τη διαδικασία, μετά από αιτιολογημένη ενημέρωση των μερών, εφόσον:

  1. επέρχεται διευθέτηση της διαφοράς που είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη ή τη δημόσια τάξη, ή
  2. θεωρεί ότι η συνέχιση της διαμεσολάβησης είναι απίθανο να οδηγήσει στη διευθέτηση της διαφοράς.

Ποια πρέπει να είναι τα προσόντα του Διαμεσολαβητή;

Το άρθρο 188 του Ν. 4512/2018 περιλαμβάνει μια πληθώρα λεπτομερών διατάξεων γύρω από το πρόσωπο του Διαμεσολαβητή, οι οποίες καθορίζουν ποια προσόντα θα πρέπει να έχει κάποιος για να εργαστεί ως Διαμεσολαβητής. 

Οι διαμεσολαβητές πρέπει να είναι: α) απόφοιτοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ή κάτοχοι ισοδύναμου πτυχίου της αλλοδαπής, β) εκπαιδευμένοι από Φορέα εκπαίδευσης διαμεσολαβητών αναγνωρισμένο από την Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης ή κάτοχοι τίτλου διαπίστευσης από άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αν απόφοιτος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ή κάτοχος ισοδύναμου πτυχίου της αλλοδαπής είναι και κάτοχος μεταπτυχιακού ή διδακτορικού τίτλου ΑΕΙ ή ισοδυνάμου τίτλου της αλλοδαπής με αντικείμενο την διαμεσολάβηση, δεν απαιτείται, προκειμένου να διαπιστευθεί, περαιτέρω εκπαίδευσή του από Φορέα εκπαίδευσης διαμεσολαβητών, ούτε συμμετοχή του στις εξετάσεις. Αποκλείονται της άσκησης του επαγγέλματος του διαμεσολαβητή όσοι έχουν διατελέσει δικαστικοί λειτουργοί. 

Ποιά είναι η αμοιβή του Διαμεσολαβητή;

Η αμοιβή του Διαμεσολαβητή καθορίζεται ελεύθερα με γραπτή συμφωνία των μερών. Σε έλλειψη συμφωνίας, το άρθρο 194 ορίζει ως ελάχιστη αμοιβή του Διαμεσολαβητή για απασχόλησή του ως 2 ώρες τα 170 ευρώ, ενώ η ελάχιστη ωριαία αμοιβή για απασχόληση πάνω από δύο ώρες ορίζεται στα 100 ευρώ.

Σε υποθέσεις διατροφής, την ελάχιστη αμοιβή των 170 ευρώ καταβάλλει στο Διαμεσολαβητή ο υπεύθυνος για την καταβολή της διατροφής, ενώ επιπλέον αμοιβή καταβάλλεται με ελεύθερη συμφωνία των μερών. Αν η διαφορά αυτή εν τέλει αχθεί ενώπιον δικαστηρίου και ο υπόχρεος είναι ο εν όλω ή εν μέρει νικήσας, το ποσό αναζητείται ως δικαστικό έξοδο κατά 176 επ. ΚΠολΔ.

Ποιός είναι ο επιβλέπων φορέας της διαδικασίας της Διαμεσολάβησης και ποιές είναι οι αρμοδιότητές του;

Με τα άρθρα 186-187 δημιουργείται η Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης, αρμόδια να επιλαμβάνεται κάθε ζητήματος που αφορά την εφαρμογή του θεσμού της διαμεσολάβησης ακόμα κι αν αυτό δεν περιλαμβάνεται στο νόμο.

Η Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης δύναται να συστήνει, κατά την κρίση της, υποεπιτροπές για την ταχεία επίλυση ζητημάτων που προκύπτουν από την εφαρμογή του νόμου, ενώ σε κάθε περίπτωση συγκροτεί υποχρεωτικά τέσσερις (4) βασικές υποεπιτροπές, η θητεία των οποίων είναι διετής, εκτός αν άλλως ορίζεται ειδικότερα, με τις ακόλουθες αρμοδιότητες:

α) «Επιτροπή Μητρώου Διαμεσολαβητών», η οποία είναι αρμόδια για την τήρηση του Μητρώου των Διαμεσολαβητών, για κάθε σχετικό ζήτημα ή έκδοση πράξης που αφορά το τηρούμενο Μητρώο και για τη συγκέντρωση των ετήσιων Εκθέσεων Πεπραγμένων, σύμφωνα με το άρθρο 192.

β) «Επιτροπή Δεοντολογίας και Πειθαρχικού Ελέγχου», η οποία είναι αρμόδια για τη συμμόρφωση των διαμεσολαβητών με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον παρόντα νόμο και για την εφαρμογή του Πειθαρχικού Δικαίου και την επιβολή πειθαρχικών ποινών. Η σύνθεση της υποεπιτροπής αυτής γίνεται σύμφωνα με την παράγραφο Ε.1. του άρθρου 193.

γ) «Επιτροπή Ελέγχου Φορέων Εκπαίδευσης», η οποία είναι αρμόδια για κάθε ζήτημα που αφορά τους Φορείς Κατάρτισης Διαμεσολαβητών.

δ) «Επιτροπή Εξετάσεων», η οποία είναι αρμόδια και έχει την ευθύνη για τη διεξαγωγή των γραπτών και προφορικών εξετάσεων και τη βαθμολόγηση των εξεταζόμενων προς τον σκοπό της διαπίστευσης των υποψήφιων διαμεσολαβητών.