Διασυνοριακές διαφορές δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας

2018-06-17

Τις διασυνοριακές διαφορές, κυρίως στον τομέα της πνευματικής ιδιοκτησίας, οι επιχειρήσεις προσπαθούν συνήθως να τις επιλύσουν με ίδια μέσα, προτού καταφύγουν στα κρατικά ή τα διαιτητικά δικαστήρια, λόγω της ιδιαιτερότητας των ζητημάτων αυτών αλλά και τον κίνδυνο απώλειας φήμης εξαιτίας μία πιθανής κακής δικαστικής απόφασης. Η διαπραγμάτευση αποτελεί σήμερα το κύριο μέσο διευθέτησης εμπορικών διαφορών. Αυτό οφείλεται κατά κύριο λόγο στην οικονομία χρόνου και χρήματος σε σχέση με την προσφυγή στα εθνικά, αλλοδαπά ή διαιτητικά δικαστήρια. Ένας άλλος λόγος είναι η εν εξελίξει πολιτισμική αλλαγή, η οποία συνδέεται με την εξάπλωση των καινοτομιών, τη χρήση του διαδικτύου και την τεράστια αύξηση των διασυνοριακών εμπορικών συναλλαγών.

Την στιγμή που οι επιχειρήσεις αποφασίσουν να προσφύγουν στην διαπραγμάτευση, με την βοήθεια ενός επαγγελματία διαπραγματευτή ή χωρίς, προκύπτει άμεσα το εξής ερώτημα: με ποιόν τρόπο θα διαπραγματευτούν; Ανέκαθεν, η διαπραγμάτευση διαφοροποιούταν ελάχιστα από τη δικαστική διαμάχη: στην περίπτωση της τυπικής διαπραγμάτευσης, το κάθε μέρος υποστηρίζει τη νομική θέση στην οποία θα στηριχθεί κατά την ένδικη διαδικασία, και διατυπώνει τον ισχυρισμό του και το αίτημά του όπως θα έκανε ενώπιον του φυσικού δικαστή. Μία επιχείρηση σε διαπραγμάτευση, προκειμένου να «πείσει» το άλλο μέρος σχετικά με το δίκαιο της επιχειρηματολογίας της, δεν διστάζει να ασκήσει πίεση στο άλλο μέρος, στηριζόμενη σε κάτι που μπορεί στην ουσία να θεωρηθεί εικονική ισχύς, όπως η οικονομική της επιφάνεια, ή η τρέχουσα θέση της στην αγορά. Τα μέρη ενδέχεται επίσης να καταφύγουν σε ψυχολογικά τεχνάσματα για να επιβάλουν τη θέση τους. Αυτή η μορφή "παζαρέματος" είναι συχνά αντιπαραγωγική, αφού συνήθως προκαλεί όξυνση της διαμάχης και συχνά οδηγεί σε αδιέξοδο, λόγω οχύρωσης των μερών πίσω από τις αρχικές τους θέσεις, από τις οποίες συνήθως δεν υποχωρούν, έχοντας την προσοχή τους στραμμένη στην επόμενη φάση που θα είναι τα δικαστήρια. Μία ενδεχόμενη συνέπεια των παραπάνω τακτικών είναι η πρόκληση κλιμάκωσης της έντασης και στις προσωπικές σχέσεις μεταξύ των εκπροσώπων των μερών. Αν βρεθεί λύση, η συγκεκριμένη μορφή διαπραγμάτευσης καταλήγει, στην καλύτερη περίπτωση, σε ένα συμβιβαστικό διακανονισμό. Ωστόσο, αυτού του είδους οι συμβιβασμοί, επερχόμενοι μετά από πίεση, ψυχολογικά τεχνάσματα, ή κατόπιν «ίσης μοιρασιάς», συχνά δεν ικανοποιούν σε βάθος χρόνου. Η προσέγγιση μέσω ενός διαφορετικού τρόπου διαπραγμάτευσης που να αποβλέπει στο κοινό συμφέρον θα μπορούσε να οδηγήσει σε μία πολύ καλύτερη τελική λύση. Κατά συνέπεια, ενώ η διαπραγμάτευση με βάση τις θέσεις της κάθε πλευράς δεν προσφέρει συνήθως ικανοποιητικά αποτελέσματα, η προσέγγιση μέσω μιας δομημένης στρατηγικής διαπραγμάτευσης αποσκοπεί στη μέγιστη ικανοποίηση των συμφερόντων των δύο μερών και επιτρέπει, όχι μόνο τη διευθέτηση της διαφοράς, αλλά και τη δημιουργία προστιθέμενης αξίας για τους εμπλεκόμενους μέσω της μεγένθυσης της "πίτας" των ωφελημάτων.

Η έννοια της πνευματικής ιδιοκτησίας περιλαμβάνει τις κατηγορίες των αποκλειστικών δικαιωμάτων που χορηγούνται για την εκμετάλλευση των πνευματικών δημιουργιών και καλύπτουν αφενός τη λογοτεχνική και καλλιτεχνική ιδιοκτησία και αφετέρου τη βιομηχανική ιδιοκτησία. Στο επίκεντρο σχεδόν όλων αυτών των ζητημάτων βρίσκονται οι πνευματικές δημιουργίες, η εμπορική εκμετάλλευσή τους και οι δημιουργοί. Κάθε δημιουργία καλλιτεχνικής ή τεχνικής φύσης -ακόμη και η περίπτωση των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας- έχει στο επίκεντρό της την προσωπικότητα του δημιουργού. Είναι αναπόφευκτο συνεπώς, μία διαμάχη που αφορά την εν λόγω δημιουργία να ταυτίζεται με αυτήν την προσωπικότητα. Ο προσωποπαγής χαρακτήρας είναι παρών σε διαμάχες πνευματικής ιδιοκτησίας και σε κάθε διαπραγμάτευση αυτού του είδους. Οι αρχές της δομημένης διαπραγμάτευσης επιτρέπουν στα μέρη να διατυπώσουν τις ενστάσεις τους ως προς το άλλο μέρος, να αναφερθούν στην οδύνη που έχουν υποστεί και να εκφράσουν τις αξιώσεις τους, χωρίς κλιμάκωση νέων συγκρούσεων και χωρίς παρακώλυση των διαπραγματεύσεων. 

Σύμφωνα με την ψυχολογία, η καλοπροαίρετη ακρόαση, η κατανόηση που δείχνει το άλλο μέρος, η αμοιβαία αναγνώριση και η εμπειρία της «συμφωνίας μέσα από τη διαφωνία» κατευνάζουν αμέσως την ένταση και συμβάλλουν στην αλλαγή της οπτικής του κάθε μέρους, ανοίγοντας τον δρόμο προς την εύρεση λύσεων που να ανταποκρίνονται καλύτερα στα συμφέροντά τους

Η εμπειρία έχει δείξει πως τα μέρη έχουν την ικανότητα να βρίσκουν λύσεις που η δικαιοσύνη δεν θα μπορούσε να παράσχει. Επί παραδείγματι, ανάλογα με την εκάστοτε περίπτωση, μπόρεσε να επιτευχθεί: (α) ανάληψη από ένα μέρος των δαπανών υπερασπίσεως του διπλώματος ευρεσιτεχνίας του άλλου μέρους, (β) παραχώρηση άδειας εκμετάλλευσης ενός προϊόντος φερόμενου ως προϊόντος απομίμησης, (γ) αποδοχή λήξης της άδειας εκμετάλλευσης, με παράλληλη εξασφάλιση της παραγωγής προϊόντων στον νέο κάτοχο άδειας χρήσης, (δ) παραχώρηση στο άλλο μέρος ενός σήματος που φέρεται να αποτελεί απομίμηση ή η δημιουργία μίας κοινοπραξίας για την εκμετάλλευσή του, (ε) οργάνωση συνύπαρξης σημάτων, για την κοινή συνεννόηση σε ό,τι αφορά το περιεχόμενο και την προβολή διαφημίσεων για ανταγωνιστικά προϊόντα που εκτιμώνται πως εξαπατούν το κοινό, (στ) συνεργασία για την τύχη των προϊόντων που κρίνονται ως απομιμήσεις, εισάγοντας μία κάποια διαφοροποίηση σε σχέση με αυτά του άλλου μέρους, (ζ) οργάνωση της εκμετάλλευσης από έναν συνθέτη ενός μουσικού καταλόγου, κλπ.

Εν κατακλείδι, σε περίπτωση διαμάχης, ιδίως στον τομέα της διασυνοριακής πνευματικής ιδιοκτησίας, τα συμφέροντα των μερών είναι συχνά συμβιβάσιμα μέσω ενός φιλικού διακανονισμού ο οποίος δημιουργεί προστιθέμενες αξίες για τα ίδια τα μέρη, παρά το γεγονός ότι οι νομικές τους θέσεις είναι εξ ορισμού ασυμβίβαστες.


Εμπεριέχονται αποσπάσματα από σχετικό άρθρο του Martin HAUSER στο Le Monde du Droit | 22.11.2016